5 βιβλία για το καλοκαίρι


5 βιβλία για το καλοκαίρι (του 2015)



Luis Sepúlveda, «Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ' ένα γλάρο να πετάει», εκδόσεις Opera



[Ο Ζορμπάς είναι ένας μαύρος και πελώριος και χοντρός γάτος που υποσχέθηκε σε έναν θηλυκό γλάρο που ξεψυχούσε πως θα προστατεύσει το αβγό της και θα βοηθήσει το γλαρόπουλο να μάθει να πετάει...Ο Ζορμπάς εκπλήρωσε τελικά την υπόσχεσή του. Και η γλαροπούλα Καλότυχη έμαθε να ανοίγει τα φτερά της και να πετάει ψηλά!]

Ο Ζορμπάς έφτασε μ' ένα σάλτο στο προστατευτικό κιγκλίδωμα του καμπαναριού. Από κάτω, τ' αυτοκίνητα έμοιαζαν σαν έντομα με μάτια αστραφτερά. Ο άνθρωπος κρατούσε το γλάρο στην αγκαλιά του.
"Όχι! φοβάμαι! Ζορμπά! Ζορμπά!" έκρωζε η Καλότυχη, τσιμπώντας τα χέρια του ανθρώπου.
"Περίμενε" νιαούρισε ο Ζορμπάς. "Ασ' την πάνω στο κάγκελο".
"Δεν είχα στο νου μου να την πετάξω" είπε ο άνθρωπος.
"Θα πετάξεις," Καλότυχη" νιαούρισε ο Ζορμπάς. "Πάρε μια βαθιά εισπνοή. Μύρισε τη βροχή. Η βροχή είναι νερό. Στη ζωή σου θα συναντήσεις πολλούς λόγους για να είσαι ευτυχισμένη - ένας από αυτούς λέγεται νερό • ένας άλλος, άνεμος• κι ένας άλλος, ήλιος, κι αυτός ο ήλιος εμφανίζεται πάντα σαν αντιστάθμισμα μετά τη βροχή. Μύρισε τη βροχή. Άνοιξε τα φτερά".
Η γλαροπούλα άπλωσε τις φτερούγες της. Οι προβολείς την έλουζαν στο φως, κι η βροχή τής έλουζε με πέρλες τα φτερά. Ο άνθρωπος κι ο γάτος την είδαν να υψώνει το κεφάλι με τα μάτια κλειστά.
"Η βροχή! Το νερό!" έκρωξε. "Μ' αρέσει!"
"Τώρα θα πετάξεις" νιαούρισε ο Ζορμπάς.
"Σ' αγαπώ. Είσαι ένας θαυμάσιος γάτος" έκρωξε η Καλότυχη, πλησιάζοντας την άκρη του κάγκελου.
"Τώρα θα πετάξεις" νιαούρισε ο Ζορμπάς. "Όλος ο ουρανός θα'ναι δικός σου".
"Δε θα σε ξεχάσω ποτέ....[...]
"Πέτα!
"νιαούρισε ο Ζορμπάς [...]
[...]
"Πετάω, Ζορμπά! Μπορώ και πετάω!" έκρωξε τρισευτυχισμένη από την απεραντοσύνη του γκρίζου ουρανού.
Ο άνθρωπος χάιδεψε το σβέρκο του γάτου.
"Εντάξει, γάτε. Τα καταφέραμε" είπε αναστενάζοντας.
"Ναι" νιαούρισε ο Ζορμπάς. " Στο χείλος του γκρεμού κατάλαβα το πιο σημαντικό".
"Α, ναι; Και τι είναι πιο σημαντικό;" ρώτησε ο άνθρωπος.
"Πετάει μόνο αυτός που τολμάει να πετάξει" νιαούρισε ο Ζορμπάς.








________________________________________________________________________________

Λουίς Σεπούλβεδα: Η ιστορία ενός σαλιγκαριού που ανακάλυψε τη σημασία της βραδύτητας, Opera, 2013








-        "Κουκουβάγια, θέλω να σου κάνω μια ερώτηση."
- "Τι ερώτηση θες να μου κάνεις;"
- "Θέλω να μάθω γιατί είμαι τόσο αργό."
Η κουκουβάγια άνοιξε τα τεράστια μάτια της, περιεργάστηκε το σαλιγκάρι, και μετά τα ξανάκλεισε.
- "Είσαι ένα νεαρό σαλιγκάρι, κι όλα όσα έχεις δει, όλα όσα έχεις δοκιμάσει, το πικρό και το γλυκό, η βροχή κι ο ήλιος, η παγωνιά και η νύχτα, όλα αυτά πάνε μαζί σου, σε βαραίνουν, κι όπως είσαι τόσο δα, γίνεσαι αργό απ' το βάρος."
- "Και τι κερδίζω που είμαι τόσο αργό;" ψιθύρισε το σαλιγκάρι.
- "Α, σ' αυτό δεν έχω απάντηση. Να την βρεις μόνο σου" είπε η κουκουβάγια και, με τη σιωπή της, του έδειξε ότι δε θα δεχόταν άλλες ερωτήσεις."

Το σαλιγκάρι που ακούει στο πρωτότυπο όνομα "Αντάρτης" είναι ένας ανήσυχος και επίμονος χαρακτήρας που ενοχλεί την ομάδα του με τις ερωτήσεις του, και γι' αυτό εκδιώκεται από το λιβάδι. Ο Αντάρτης αποδέχεται τη μοίρα του και φεύγει για την εξορία, η πορεία του όμως δεν είναι μοναχική: στον αργό του δρόμο αποκτά νέους φίλους και συνειδητοποιεί πως ένας μεγάλος κίνδυνος απειλεί το γένος των σαλιγκαριών. Αποφασίζει να επιστρέφει στο λιβάδι για να σημάνει συναγερμό, αλλά ποιος μπορεί να ξέρει αν οι πρώην σύντροφοί του θα δεχτούν να τον ακούσουν...





 _________________________________________________________




Πηνελόπη Δέλτα: Τρελαντώνης

 Γύρισε η Πουλουδιά και τον είδε όρθιο στην άλλη άκρη της κάμαρας, εμπρός στην ασκέπαστη ραφτομηχανή της θείας. Πλησίασε βιαστικά.
     Μπα!... Δεν την έκλεισε η θεία... μουρμούρισε. Ο Αντώνης ρουθούνιζε.
     Την άνοιξα για να τη δω, είπε. Μα... πουφ... βρωμά πετρέλαιο! Να την αφήσομε να ξεμυρίσει; Με το δάχτυλο έσπρωξε σιγά τη ρόδα.
     Μη, Αντώνη, μην την αγγίζεις! Δε θέλει η θεία! είπε η Πουλουδιά.
 Μα η περιέργεια του Αντώνη είχε ξυπνήσει.
 — Για να δούμε αν τρυπά η βελόνα, έκανε βάζοντας το δάχτυλο του από κάτω, ενώ με το δεξί του χέρι έπιανε το χερούλι. Η λαδωμένη ρόδα γύρισε γοργά μ' ένα ζλακ! και η βελόνα τρύπησε πέρα πέρα το δάχτυλο του Αντώνη, χωρίς να ξανασηκωθεί.
     Αντώνη! φώναξε η Πουλουδιά.
     Στάσου ν' ανεβάσω τη βελόνα, είπε χωρίς να ταραχθεί ο Αντώνης, ευτυχώς είναι απέραστη, θα βγει εύκολα... Γύρισε τη ρόδα και η βελόνα σηκώθηκε ως απάνω, χωρίς όμως και να βγει από το δάχτυλο, που έμενε καρφωμένο.
     Αντώνη! Αχ, Αντώνη, τι έκανες! είπε κλαίγοντας η Πουλουδιά. Πώς θα τη βγάλεις τώρα;
Ο Αντώνης κοίταζε το δάχτυλό του.
— Δε με μέλει που τρυπήθηκα, είπε, μόνο που θα με βρει εδώ η θεία!
Η Πουλουδιά έκλαιγε τώρα με αναφιλητά.





 ________________________________________________________________________________




Λότη Πέτροβιτς –Ανδρουτσοπούλου: Σπίτι για πέντε: εκδόσεις Πατάκης


Εγώ είμαι πάλι ο Άρης και μιλάω πάλι στο Φίφη. Μου αρέσει πολύ να μιλάω στο μαγνητόφωνο, αλλά καμιά φορά πατάω λάθος κουμπί και μου σβήνονται αυτά που έχω γράψει.

Νευριάζω τότε κι εγώ, παρατάω το Φίφη και πάω να παίξω. Έπειτα, δεν πρέπει να μαγνητοφωνώ και πολύ, γιατί εγώ έχω λίγες κασέτες κι άμα μου τελειώσουνε τι θα κάνω; Μία μόνο μου πήρε ο μπαμπάς, μαζί με το μαγνητόφωνο, και δύο τρεις μου αγόρασε ύστερα η Αν... η μάνα. Ο Φίλιππος όμως έχει ένα σωρό κι άμα τις γράψει όλες κι από τις δύο πλευρές θα ξαναχρησιμοποιήσει, μου είπε, και κάτι παλιές με τραγούδια που δεν του αρέσουνε πια. Αφού, λοιπόν, έχει τόσες πολλές, δεν έπρεπε να θυμώσει τη μέρα που του χάλασα μια κατά λάθος - μία ήταν μονάχα! Και δεν έπρεπε να μου... να μου πει τόσο άσχημο πράγμα. Τόσο άσχημο, που ήθελα να γινόταν να πατήσω ένα κουμπί, όπως στο μαγνητόφωνο, και να το σβήσω από το μυαλό μου, να μην το θυμάμαι.

Όταν άρχισε να φωνάζει που του έσκισα την κασέτα του, είπε η μάνα:

- Μην κάνεις έτσι, δεν είναι σωστό να μαλώνεις με τον αδερφό σου!

Κι εκείνος είπε:

- Δεν είναι καθόλου αδερφός μου αυτό το θηρίο.

Δε με πείραξε που με είπε θηρίο, με πείραξε που είπε ότι δεν είμαι αδερφός του. Γιατί εγώ θέλω να είμαι. Και όταν με ρώτησαν ο Μαρίνος και η Μαρίνα, οι καινούριοι μου φίλοι, "τι σου είναι ο Φίλιππος", εγώ είπα "αδερφός μου". Κι άμα με ξαναρωτήσουν, πάλι το ίδιο θα πω. Θα το λέω, θα το λέω, θα το λέω, ώσπου να το πιστέψει όλος ο κόσμος. Θα το πω και σ' όλα τα παιδιά στο σχολείο και στην κυρία μας, για να μου πει "μπράβο, να σου ζήσει ο καινούριος σου αδερφός", όπως είπε και στο Γιαννάκη προχτές, που κάθεται δίπλα μου, επειδή γέννησε η μαμά του.

Σήμερα το πρωί το είπα και στη μάνα πως θέλω ο Φίλιππος να είναι αδερφός μου, για να το ξέρει. Εκείνη μου είπε πως πρέπει να προσπαθήσω να μην τον κάνω να νευριάζει, για να μου ξεθυμώσει ολότελα και να θέλει κι εκείνος να είμαστε αδέρφια.

- Και τώρα τι να κάνω, για να ξεθυμώσει και για να θέλει; τη ρώτησα.

- Να του κάνεις ένα δωράκι, μου λέει, αφού σκέφτηκε λίγο. Δηλαδή κάτι που να του αρέσει πολύ.

________________________________________________________________________________

Ευγένιου Τριβιζά : Ο ταύρος που έπαιζε πίπιζα:  Κέδρος, 1996

Ήταν συμπαθητική, σεμνή και συνεσταλμένη αγελάδα. Φορούσε βέλο*, μαύρη κορδέλα πένθους γύρω από το λαιμό και έμοιαζε αφάνταστα δυστυχισμένη, λες κι ένα μεγάλο κι αβάσταχτο κακό την είχε βρει.
Αναστέναξε βαθιά και από τα μάτια της στάζανε δάκρυα πόνου και απελπισίας (από το ένα μάτι στάζανε δάκρυα πόνου και από το άλλο δάκρυα απελπισίας).
— Καλημέρα, κύριε ταυρομάχε, πρόφερε δειλά, ζητώ συγγνώμη που σας ενοχλώ και διακόπτω το πρωινό σας!
— Μα τι λέτε, κυρία μου, αγελάδα μου, θέλω να πω. Περάστε! Καθίστε! Θα πάρετε κάτι; Τι να σας προσφέρω; Να σας προσφέρω μια μερίδα γρασίδι να το μηρυκάσετε;
— Όχι, ευχαριστώ! Μου έχει κοπεί η όρεξη. Δε βάζω μπουκιά στο στόμα μου τώρα τελευταία! Ξέρετε ποια είμαι;
— Ιδέα δεν έχω!
— Είμαι η Αμαλασούνθα, η χήρα του ταύρου που σκοτώσατε προχτές στις ταυρομαχίες!
— Μη μου πείτε!
Σ' αυτό το σημείο η αγελάδα δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί, την πήρε το παράπονο και άρχισε να κλαίει με αναφιλητά*. Σου ράγιζε την καρδιά το κλάμα της.
— Γιατί μου το κάνατε αυτό, έλεγε ανάμεσα στους απανωτούς λυγμούς που την έπνιγαν. Γιατί τον σκοτώσατε; Ξέρετε τι καλός που ήταν; Τι εξαιρετικός ταύρος; Ποιος θα φροντίζει τώρα τα μοσχαράκια μας; Δε μου λέτε; Ποιος θα τα φροντίζει; Θα πάρουν τον κακό δρόμο! Κορνμπίφ* θα καταντήσουν!
— Πόσα μοσχαράκια έχετε;
— Τρία!
— Να σας ζήσουν! Αλλά ξέρετε...
— Είμαι τόσο δυστυχισμένη! Θέλω να δώσω ένα τέλος στη ζωή μου! Έτσι μου 'ρχεται να πάω σε κανένα χασάπη και να του πω: «Πάρε με, κάνε με ζαμπόν, κάνε με μπριζόλες να ησυχάσω!». Μουχουχού! Μουχουχού!
— Ησυχάστε, κυρία μου! Ηρεμήστε! Μη μουγκανίζετε* έτσι! Σπαράζει η καρδιά μου να σας ακούω! Είπε ο Ελ Πεπόλδο κι απ' την ταραχή του άρχισε ν' αλείβει με μαρμελάδα το μανίκι του.
—  Μουχουχού! Μουχουχού!
—  Φτάνει! Σας παρακαλώ!
—  Μουχουχού! Μουχουχού! Και το 'λεγε το ωροσκόπιο του! Ήταν Ταύρος ξέρετε — είχε γεννηθεί στον αστερισμό του Ταύρου! Το 'λεγε το ωροσκόπιο του: «Άμα συναντήσετε ταυρομάχο, οι προοπτικές δεν είναι καθόλου καλές. Αποφεύγετε τις αρένες! Το κόκκινο χρώμα θα σας φέρει γρουσουζιά». Έτσι έλεγε το ωροσκόπιο του!
—  Λυπάμαι, κυρία μου! Ό,τι έγινε, έγινε! Θα ξαναφτιάξετε τη ζωή σας μ' έναν άλλον ταύρο!
—  Εγώ μόνο τον Εβούλσιο αγαπούσα!
—  Εβούλσιο; Είπατε Εβούλσιο;
—  Ναι!
—  Μα δεν ταυρομάχησα με τον Εβούλσιο προχτές. Έγινε μια αλλαγή την τελευταία στιγμή! Μονομάχησα μ' έναν άλλον ταύρο!
—  Ω! Τι ευτυχία! Τι απίστευτη ευτυχία! Διάβασα στις εφημερίδες ότι ο ταυρομάχος σκότωσε τον ταύρο στο δεύτερο γύρο και νόμισα πως ήταν ο καλός μου! Δεν έμαθα για την αλλαγή! Πόσο χαίρομαι! Μου 'ρχεται να σας γλείψω τη μύτη από τη χαρά μου!
—  Δε βαριέστε!... Αλλά ξέρετε... με τον Εβούλσιο θα ταυρομαχήσω σήμερα, και όχι να το παινευτώ, αλλά συνήθως νικάω! Τους κατατροπώνω εγώ τους ταύρους!
Το χαμόγελο έσβησε από τη μουσούδα της Αμαλασούνθας.
—  Μη μου το κάνετε αυτό, κύριε ταυρομάχε, μουγκάνισε με αγωνία.
—  Πώς να μην το κάνω; Αυτή είναι η δουλειά μου! Πώς θα βγάζω αλλιώς λεφτά; Πώς θα αγοράζω παγωτά για να τρώω, και βεντάλιες για να χαρίζω στη δόνα Ροζίτα Ντολορές Μαμασίτα Μασουλίτα, την καλή μου;
—  Μην το κάνετε αυτό! Σκεφτείτε τα μοσχαράκια μας που θα μείνουν ορφανά! Σας υπόσχομαι πως δε θα πεινάσετε ποτέ! Θα σας δίνω εγώ γάλα παχύ και θρεπτικό κάθε πρωί για να φτιάχνετε παγωτό και ο Εβούλσιος που είναι έξυπνος ταύρος, θα μάθει να παίζει πίπιζα! Θ' ανοίξουμε τσίρκο! Θα βγάζουμε με το τσουβάλι λεφτά. Εγώ θα κάθομαι στο ταμείο και θα γεμίζω το τσουβάλι.
Η Αμαλασούνθα σώπασε. Περίμενε μ' αγωνία την απάντηση του ταυρομάχου. Ο Ελ Πεπόλδο απόμεινε για λίγο συλλογισμένος. Αναλογιζόταν το ρίγος των χειροκροτημάτων*!
—  Εντάξει, είπε στο τέλος. Σύμφωνοι! Στο κάτω κάτω δεν είναι και τόσο ευγενική απασχόληση να σκοτώνεις ταύρους σε όλη σου τη ζωή! Έχω υπογράψει όμως συμβόλαιο. Πρέπει να βρω κάποια δικαιολογία για να μην ταυρομαχήσω! Δεν ξέρω τι να κάνω! Εσείς τι λέτε;
—  Να κάνετε τον άρρωστο! Ο αγώνας θ' αναβληθεί! Μετά θ' αγοράσετε τον Εβούλσιο και θα βάλουμε μπροστά το σχέδιο μας!
—  Πολύ καλή ιδέα! Είπε συγκινημένος ο ταυρομάχος. Αυτό θα κάνω! Ολέ!
Και χωρίς να χάνει ώρα, έβγαλε τη στολή του, φόρεσε τις πιτζάμες του και ξάπλωσε στο κρεβάτι.



Δημοσίευση σχολίου